φη· γ φων βοντος ν τ ρήμ· εθύνατε τν δν κυρίου

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

















¨νύχτα σπαρμένη μάγια¨

Αυτή είναι η 12305τη νύχτα μου
Tις πρώτες μερικές χιλιάδες
Μπορεί να τις έχεις ξεχάσει
Όπως έχω κάνει κι εγώ
Κι αυτή εδώ έχει ήδη σχεδόν περάσει

Ό,τι απομένει είναι νικοτίνη και κιτρινισμένα 
δάχτυλα

Πολλές πριν από αυτή έγινα σκόνη
Και κομματιάστηκα και λιανίστηκα
Σε πολλές εξοντώθηκα εξαντλήθηκα στοιχειώθηκα
εξανεμίστηκα καταδιώκοντας το δράκοντα
Σε μια χούφτα έφτασα κοντά
Προς το τέλος κοντά στο τέλος
Ακριβώς στο τέλος στου πρωινού
τον προσκαιρο πνιγμό
 
Ό,τι απομένει είναι οινόπνευμα και όνειρα θαμπά

Μερικές ήταν ατέλειωτες και ξεκίνησα
Να περιμένω εκεί όπου κανένα λεωφορείο δεν περνά
Όλα έχουν φύγει ως τώρα ως το 12305

Σε ορισμένες ήσουν παρών
Όμως εγώ δεν ήμουν απόλυτα εκεί
Σε πολλές σ’αναζήτησα στον ύπνο μου
Σε πολλές σ’αναζήτησα να κοιμάσαι
Τί απομένει

Από΄δω ως τον Άρη ήταν πιο κοντά
Απ’ότι από μένα σε σένα
Φαίνεται είμαι φτιαγμένος από αντιύλη
Επικίνδυνος

Ήταν η 12305τη νύχτα μου
Που εμφανίστηκες σ’εμένα
Έκανες τα μάτια σου να φεγγοβολούν
Ίσως όχι τυχαία
Αναζητούσες το ίδιο και
Για τον ίδιο λόγο
Ένιωσες μια έλξη για μένα
Μυστικά ήσουν το είδωλό μου
Σ’ανέσυρα προς τα μένα
Μέσα σου είδα τον εαυτό μου και αντίστροφα
Μην εκβιάσεις την αγάπη
Πριν το θελήσει από μόνη της
Πριν το θελήσει από μόνη της

12305(TH NYXTA)
26.12.09

στίχοι: Blixa Bargeld


Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009




¨να στένω το γεφύρι σ’¨


Aνθρώπινες τρέφουν ψυχές τη μεγαμηχανή
Βαστούν στα χέρια τους φωτιά την αγαθή μου τύχη
Άλλες ορίσαν προς τα’δώ ψοφώντας σα σκυλιά
Κι άλλες φύγαν στα πέρατα λευκές πορείες θανάτου
Νιώθω τα πόδια μου σε κάθε βήμα να ξεριζώνονται απ’τη γη
Νιώθω τη λάσπη ν’αργοσαπίζει τα σωθικά μου
Ας ήταν νά βγαινε ο ήλιος στερνή φορά μες στη σιγή
Κι ύστερα ας έσβηνε καθώς ο ρόγχος

Δως μου τη νύχτα σου και τη σελήνη
Τ’απάτητα δάση τ’άγρια βουνά
Του Νέστου την αύρα
Το μετέωρο νεφέλωμα της γκρίζας ομίχλης
Το αηδόνι που κλαίει στο αφόρητο όραμα
Το φάσμα που χάθηκε παντοτινά
Καθώς οι αχτίδες βάζουν φωτιά
Στο πέπλο της λήθης

Υπάρχουν στιγμές που ό,τι συμβαίνει φαίνεται ψεύτικο
Μα η αλήθεια σου γίνεται αισθητή
Πλημμυρίζει τα νεύρα ξανά και ξανά
Και νιώθεις τη μνήμη να συμβαίνει γύρω σου
Τότε βλέπεις τον άνεμο να σκορπίζει τα φύλλα και τις δρύπες
Τη γυναίκα στο παράθυρο να τρώει κρέας ωμό
Κοιτάζοντας τη θάλασσα
Διάχυτα χρώματα του δειλινού
Που σκιάζονται απότομα γυρίζοντας αλλού
Τόσο ανυπόφορα αργά κάτω απ’το βλέμμα

Κάποτε χτίστηκαν στο πέλαγο γεφύρια
Και πέρασαν έρμαια φέρνοντας πέτρινα οστά
Και χαράχτηκε η φρίκη στο μέτωπό τους
Ως την εικόνα απ’το φως μεσολαβεί το αίμα
Η τέλεση της απογύμνωσης απ’τις αισθήσεις
Θαρρείς κι οι άνθρωποι είναι αλώματα
Κι οι πολιτείες τους στέκουν ανήμπορες
Μπροστά στην επόμενη στροφή της ανάγκης

Η κάμαρα έχει αδειάσει πια
Το σιδερένιο κρεβάτι στο παράθυρο είναι αλλού
Κι εσύ κοιμάσαι απαλά καθώς μέσα σου ο θρίαμβος δυναμώνει

Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ
9.5.04


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009



¨το τεθνάναι έφη¨

Το αίμα φλέγεται ενώ στάζει απ’το ξύλο
Στη σιγή της βροχής μια γουλιά πικραμένο κρασί
Σα σπονδή στο νεκρό το χρισμένο μονάκριβο μύρο
Στη μανία που καίει την ψυχή σα λιωμένο κερί

Φαίδωνα τα μάτια μου δακρύζουν
Κάθε φορά που βλέπω μες στα μάτια σου

Η αλήθεια των αισθήσεων ένα πράσινο μήλο
Μεθυσμένο καράβι στου ασκού την αμείλικτη αγή
Η μορφή της σαγήνης στην πλώρη τραγούδι σειρήνων
Στο αμπάρι φορτίο με λάβδανο είδωλα ιστοί
Κι ένα ανήλιο κελί της συνείδησης άδυτη κρύπτη
Όπου σκιές ερωδιών μαγαρίζουν την αιθέρια υφή

Ο λόγος είναι ο θάνατος η ειμαρμένη της οιμωγής
Kάθε πνοής η καταδίκη στου νόμου το γράμμα
Καθώς το όνειρο αναδυόμενο στο σέλας της αυγής
Μέσα στης ίριδας το απτό προαιώνιο κράμα
Αποκαλύπτει τη ματαιότητα αφοσίωσης στη ζωή
Μετατοπίζοντας το οριακό εναγώνιο φράγμα
Στο κέντρο βάρους μιας αποκομμένης προοπτικής
Παραμερίζοντας το εμπειρικό αποτρόπαιο κάρμα

Η επιφάνεια της ψυχογενούς φυγής είναι απαστράπτουσα
Στοιχειακή συναισθησία ο κοσμικός φαινότυπος
Προβολή στο άχρονο θέατρο της μεταμόρφωσης
Κάθε στιγμή διαχέει μιαν ηχώ στων αιώνων τη σπείρα
Τη δίνη στρέφει η ανεπαίσθητη πνοή
Κι η έξη μας τόσο αφόρητα θνητή
Μες στην απέραντη του σύμπαντος γαλήνη

ΦΑΙΔΩΝΑΣ
16.1.03