φη· γ φων βοντος ν τ ρήμ· εθύνατε τν δν κυρίου

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009



¨επάμεροι…¨

Βρισκόμουν ακίνητος σ΄ένα ποτάμι
Που κυλούσε απέραντο κάτω απ΄τη μύτη μου
Δεν ήμουν σε θέση ούτε να φάω ούτε να κοιμηθώ
Μόνο κάποιες στιγμές ρουφούσα λίγο νερό
Που σφηνωνόταν στο μυαλό μου παγωμένο
Σα να το κάρφωνε βελόνα στο κρανίο
Στεκόμουν κι άφηνα το ρεύμα να με διασχίζει
Ακλόνητος αν και δεν είχα να πατήσω πουθενά
Ανήμπορος μπροστά στην τερατώδη ισχύ του
Όταν έβρεχε το ποτάμι φούσκωνε
Και μανιασμένο βούιζε ώσπου να πέσει η νύχτα
Οπότε ησύχαζε σκοτεινό σκορπίζοντάς μου τρόμο
Τότε άκουγα τα βογγητά των ετοιμοθάνατων στο διπλανό θάλαμο
Που θα ξεψυχούσαν όταν έφτανε η αυγή
Και παρακαλούσα να πεθάνουν
Για να πάψει αυτή η απάνθρωπη αγωνία
Γιατί είναι τέτοια η απόγνωση του ουρλιαχτού
Όταν η πέτρα βρει το γυάλινο σώμα
Που ραγίζει μέσα σου το άφθαρτο
Κάθε βράδυ ακούω τις κραυγές
Απ΄τα υπόγεια της ανθρώπινης κατάρρευσης
Εκεί όπου η ελπίδα πεταλώνεται αδιάκοπα
Και βλέπω την πέτρα τα θρύψαλα να πέφτουν στο ποτάμι
Σκιαγμένες μάσκες οστέινα τέμπλα άναρθρους σπασμούς
Τα τρύπια χέρια μου βαμμένα αιμορραγία
Τους μαύρους υπνωτικούς σταυρούς της αποκάλυψης
Του τελικού οράματος της επιφάνειας κι ύστερα τίποτε
Καταστολή δεμένος σ΄ένα κρεβάτι πλάι σε νεκρούς
Και στα μάτια τους στίγματα
Και τα στίγματα μάτια μας

ΜΝΗΜΗ
7.2.05