¨το τεθνάναι έφη¨
Το αίμα φλέγεται ενώ στάζει απ’το ξύλο
Στη σιγή της βροχής μια γουλιά πικραμένο κρασί
Σα σπονδή στο νεκρό το χρισμένο μονάκριβο μύρο
Στη μανία που καίει την ψυχή σα λιωμένο κερί
Φαίδωνα τα μάτια μου δακρύζουν
Η επιφάνεια της ψυχογενούς φυγής είναι απαστράπτουσα
Φαίδωνα τα μάτια μου δακρύζουν
Κάθε φορά που βλέπω μες στα μάτια σου
Η αλήθεια των αισθήσεων ένα πράσινο μήλο
Μεθυσμένο καράβι στου ασκού την αμείλικτη αγή
Η μορφή της σαγήνης στην πλώρη τραγούδι σειρήνων
Στο αμπάρι φορτίο με λάβδανο είδωλα ιστοί
Κι ένα ανήλιο κελί της συνείδησης άδυτη κρύπτη
Όπου σκιές ερωδιών μαγαρίζουν την αιθέρια υφή
Ο λόγος είναι ο θάνατος η ειμαρμένη της οιμωγής
Kάθε πνοής η καταδίκη στου νόμου το γράμμα
Καθώς το όνειρο αναδυόμενο στο σέλας της αυγής
Μέσα στης ίριδας το απτό προαιώνιο κράμα
Αποκαλύπτει τη ματαιότητα αφοσίωσης στη ζωή
Μετατοπίζοντας το οριακό εναγώνιο φράγμα
Στο κέντρο βάρους μιας αποκομμένης προοπτικής
Παραμερίζοντας το εμπειρικό αποτρόπαιο κάρμα
Η επιφάνεια της ψυχογενούς φυγής είναι απαστράπτουσα
Στοιχειακή συναισθησία ο κοσμικός φαινότυπος
Προβολή στο άχρονο θέατρο της μεταμόρφωσης
Κάθε στιγμή διαχέει μιαν ηχώ στων αιώνων τη σπείρα
Τη δίνη στρέφει η ανεπαίσθητη πνοή
Κι η έξη μας τόσο αφόρητα θνητή
Μες στην απέραντη του σύμπαντος γαλήνη
ΦΑΙΔΩΝΑΣ
16.1.03