φη· γ φων βοντος ν τ ρήμ· εθύνατε τν δν κυρίου

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010





















¨του βορβόρου των έργων μου¨

Το δήγμα ποτίζει το έλεος
Κλωνάρια της ιτιάς μετέωρα στο χάσμα
Στο βάθος η μορφή σου
Θαρρώ πως υποφέρεις
Τί γνώρισες, τί ξέρεις
Είσαι μια μύγα μαύρη σ’ένα λευκό ιστό
Σε τύλιξε η αράχνη
Με μαγικό αδράχτι
Και σ’άφησε να πνίγεσαι θαρρώ
Κέρινο ομοίωμα το κορμί σου
Στης μοίρας του τη δίνη
Ανήμπορο
Ωρύεται και συσπάται
Πρισματικά διαθλάται
Καρφώνει το άδειο βλέμμα στο κενό
Του εαυτού σου ξένος
Ουρλιάζεις μανιασμένος
Καταδικασμένος
Ανύπαρκτος
Κενός
Οι καταραμένοι
Στο στρέμμα των σταυρών
Σε κόκαλα στημένοι
Σα σκιάχτρα των σπαρτών
Βλέπω σκιές στον τοίχο
Σε βλέφαρα κλειστά
Και το σκοτάδι στίχο
Να με διαπερνά
Κάθε ζωής o μίσχος
Κι ο θάνατος βοριάς
Με την πνοή αόρατη
Σέρνεται γύρω μας

ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ
3.2.01

Κυριακή 30 Μαΐου 2010


























¨όσον ζής φαίνου¨

Προχωρούσαμε σκυφτοί με τη σκέψη αφημένη
Γύρω μας η ομίχλη έδειχνε να βγαίνει απ’τά χωράφια
Σε κάθε βήμα το πρόσωπο παραμορφωνόταν
Κι εσύ με κοίταζες με παρωπίδες τα μάτια

Δεν υπήρχε αγορά ούτε κίνηση αφηρημένη
Αρπακτικά που ψάχνουν για τη λεία
Ο δρόμος ήταν άσφαλτος και γκρίζος
Μία μονότονη χωρίς αρχή ευθεία

Είναι που πια δε σε γνωρίζω κι ούτε νοιάζομαι
Με όλα τα δόντια φαγωμένα απ’τη μετάνοια
Να περπατώ μέσα στον κόσμο και να σκιάζομαι

Στο τραπέζι ξεχασμένα βατόμουρα 
Σαπίζουν παρασέρνοντας τις μύγες
Απ’τό ξύγγι τους βγαίνει σαπούνι


ΕΛΕΥΣΗ
29.3.06

Τρίτη 13 Απριλίου 2010


















¨δαίμονα κικλήσκω¨

Όταν μια μέρα ο κόσμος πάρει φωτιά και σβήσει
Θα δεις το θίασο να ωρύεται πάνω στα κάρβουνα
Και θα ραγίσεις και θα πιστέψεις και θα δακρύσεις
Σα νεκροζώντανος στο δρόμο που έσυρε ένα χέρι
Και ποιά η βασιλεία σου πού ο παράδεισός σου
Πότε η έκπαγλη γιορτή τίνος το πρόσωπό σου
Ελευθερώσου στην πιο μεγάλη άφεση
Η αδιαθεσία σου θα περιμένει
Κι όταν περάσουμε στην αίρεση
Η απουσία σου θαμμένη

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
17.9.04

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010



¨για ένα λινό κυμάτισμα¨

Καθώς πασχίζεις ό,τι λαβώσεις μένει δικό σου
Για πάντα ορίζει τις αναμνήσεις σου και σε καλεί
Να επιστρέψεις από ύστερη γνώση κομματιασμένος
Στον τόπο που αναίτια σκορπά οδύνη για ηδονή

Όταν στο αίμα η καρδιά της καίγεται ξεριζωμένη
Πάνω στης πέτρας την αφανέρωτη μορφή
Βάλε τη μάσκα της δίχως έξοδο τραγωδίας
Κι έλα μαζί μου να περπατήσουμε στη σκηνή

Αμφιθεάτρων ερειπωμένων τα θεωρεία
Τόπος συνάντησης των βρυκολάκων της εμμονής
Εκεί που ρέουν οι αργοί ποταμοί της άφεγγης νύχτας
Θαρρώ σε άγγιξα ενώ μετάγγιζα χοές στη γη

Κλείσε τα μάτια στου ραγισμένου μυαλού τη δίνη
Άκου το πέλαγος ναυαγισμένο παραληρεί
Χορός μαινάδων ιαχή σειρήνων παλινωδία
Μυσταγωγίας άδικο θύμα ψυχορραγεί

ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΥ ΥΒΡΙΣ
24.4.01

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010


¨δίκης όνομα¨

Tα μάτια σου είναι ένα πέρασμα στο ρέμα
Που η συρραφή των εντυπώσεων ατονεί
Οι όγκοι αποφορτίζονται και τείνουν
Στην αναίρεση οποιασδήποτε διάθεσης
Στέκομαι αμίλητος στο θέατρο
Ο επικεφαλής των νεκρών θεομπαίχτης δολοφόνος
Κόβει τον αυχένα του άγνωστου στρατιώτη
Προτού γεννήσει τον πατέρα σκυφτό
Πλάι στη μικρή βαλσαμωμένη αγωνία
Οι τρομερές σημαίες της ελευθερίας
Γυαλίζουν τις οπλές των μισθοφόρων
Τρώω τριμμένο γυαλί παχαίνοντας σιωπηλός
Η καρδιά μου στριμώχνεται στον οισοφάγο
Το βρέφος βυζαίνει την κομμένη αρτηρία
Η μαγαρισμένη δόξα της μητέρας του βορά
Τα όρνια στα οροπέδια της γενοκτονίας
Η νέμεση γειώνει το ιμερτό τους φόρτωμα
Άκου την παρένθετη σιγή του δωματίου
Η προστασία φοβερή στον ίσκιο της βοά
Ο απόηχος της ορμής και σέρνεται σα μουγκρητό
Αφθώδη οργασμού πάνω σ’ένα παράξενο αλλόκοτο χαλί
Όπου προβάλλει στον εγκέφαλο λαβύρινθους
Η σκέψη το νήμα η βελόνα τρυπά τους λοβούς
Τα σύμβολα του κτήνους
Ονοματα μιας όψης του πατρός
Του αναγκαία νεκρού πριν το καράβι αποστερήσει
Καν μες στη θολή διαδικασία του γυρισμού

ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ
27.12.06             για το Λάμπρο Παπαντωνίου

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010


¨ένα σου βλέμμα, ένας σου λόγος φως μου
 αξίζει όσο η σοφία όλου του κόσμου¨

Ως τη συντέλεια της αγάπης που ιριδίζει
Σαν τη βροχή του φθινοπώρου τόσο υγρή
Ήπιε το αίμα πέτρας καρδιάς που όλο ραγίζει
Πέρα μακριά μες στης ομίχλης τη σιγή
Δεν υπάρχει γιατί
Τώρα πια άλλο τί
Το ξεκούρδιστο ρολόι του καθρέφτη
Δεν υπάρχει ψυχή
Μεθυσμένη σαχλή
Είναι όνειρο μόνο του ψεύτη

Κι εγώ τα νούφαρα παραλυμένος ψηλαφώ
Πάνω στο σώμα της να πλέουν φωτεινά
Καθώς τα βήματά της πλάθουνε την άμμο
Και δίνει ζωή η πνοή της στο νοτιά
Φλόγες στη λίμνη αστραπή στη νυχτιά
Βρίσε με χτύπα με δως μου φωτιά
Όλη την ποίηση της ύπαρξής σου
Τα μαγεμένα μάτια το κέρας της αβύσσου
Μετά το θάνατο θα γίνει αμαρτία
Σε μανιακό σκοτάδι η γλυκιά φωνή σου

Στο μοναστήρι αυτό γνώρισες τον πόνο
Χορεύοντας στην έρημο ανήλικη γυμνή
Οίνου μαρωνίτη γάλακτος αμνού
Έρμαιο στα χέρια δαίμονα νεκρού
Δεν υπάρχει γιατί
Τώρα πια άλλο τί
Η σιγή του κρυστάλλου που πέφτει
Δεν υπάρχεις εσύ
Η απαλή σου αφή
Είναι όνειρο μόνο…

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ
6.11.01

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010



¨ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται¨

Όταν σωπαίνει η βοή του μετρονόμου
Πέφτει η σκέψη σ’ένα απότομο στενό
Σπιθοβολούν οι κάρες λατρείας του θανάτου
Ώσπου στο κράσπεδο βρεθώ να συντριφτώ

Σα σκιάζομαι ακούω τη φωνή σου
Τυφλή μπροστά στη δύστηνη μορφή σου
Βυθίσου στο ρυθμό του παραδείσου
Κι ας γίνει να χαθώ κι εγώ μαζί σου

Είσαι το άλφα ερυθρό και το ωμέγα ιώδες
Ένα παρτέρι αίμα και νόημα κρυφό
Αχτίδα του ήλιου χρυσαφοκέντητη ανεμώνες
Μετουσιωμένη σε αλαβάστρινο ομοίωμα στιλπνό

Πλέξε τις νεύσεις στο μαδριγάλι
Της αναζήτησης ιερού σκοπού
Σε κάθε λόγο σε κάθε πράξη
Σε κάθε σκίρτημα του νου
Κλείσε τα βλέφαρα και τα χείλη
Είσαι ένα αστέρι που πέφτει στη γη
Μια σκέψη λακτίζει του ονείρου τη σμίλη
Μια σκέψη δωρίζει το φως στην αυγή

Μελάνι στην ψυχή σου έπεσε πολύ
Και σκοτεινιάσαν οι ενδόμυχες θωρήσεις
Όλες οι αισθήσεις αναπότρεπτη ντροπή
Της αγωνίας σου απόκοσμες εκκλήσεις
Σπασμένο γυαλί της εισόδου που πέφτει
Να κόψει τα μάτια τα χέρια απαλά
Κοιτάζοντας‘συ στον άδειο καθρέφτη
Μια εικόνα σχισμένη σε δύο φτερά
Ευλαβικά όλα βουλιάζουνε στο έλος
Δεν έχει τίποτε να πει κανείς θεός
Αφού η ροή νίβει τα κρίματα στο τέλος
Αφήνοντας το βλέμμα της στην όψη σου κενό

ΙΕΡΗ ΝΟΣΟΣ
20.8.02

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010



¨καθώς την πύρινη ταύτη στήλη¨


Ήρθε η ώρα να βγούμε στους δρόμους δαιμονισμένη
Έξω η νύχτα έχει το γνώθι γδύσου απαλά
Υπνοβατώντας στα σκόρπια θρύψαλα του Άδη σου
Πριν ο Χριστός έρθει στην άβυσσο για ένα χάδι σου
Δίχως το χρέος να κρίνει κανένα που μόνος ρημάχτηκε
Εξαγνισμένος στον κατακλυσμό της παραφοράς


Ήρθε η ώρα να πληρώσουμε το ξέρεις
Η λάμψη στα μάτια σου τρεμοσβήνει εκστατικά
Αδειάζει το σώμα μουδιάζει τη σκέψη σου και χάνεται
Για να επιστρέψει σαν η ψυχή σου πάρει φωτιά
Ίσως πιστέψεις πως είναι η μοίρα σου και γράφτηκε
Ίσως νομίσεις ότι είναι όλα τόσο απλά


Ήρθε η ώρα να πεθάνουμε στ’ορκίζομαι
Μέσα στο αίμα να πνιγούμε του θεού
Ακροβατώντας στους υπονόμους του ονείρου
Πάνω στο νήμα αποσπερίτη αυγερινού
Χωρίς ελπίδα απελπισία κίβδηλη πίστη
Σαν ξεχασμένη προφητεία άσωτου νου


ΘΡΑΚΩΝ ΟΔΟΣ
20.4.02