¨όσον ζής φαίνου¨
Προχωρούσαμε σκυφτοί με τη σκέψη αφημένη
Γύρω μας η ομίχλη έδειχνε να βγαίνει απ’τά χωράφια
Σε κάθε βήμα το πρόσωπο παραμορφωνόταν
Κι εσύ με κοίταζες με παρωπίδες τα μάτια
Δεν υπήρχε αγορά ούτε κίνηση αφηρημένη
Αρπακτικά που ψάχνουν για τη λεία
Ο δρόμος ήταν άσφαλτος και γκρίζος
Μία μονότονη χωρίς αρχή ευθεία
Είναι που πια δε σε γνωρίζω κι ούτε νοιάζομαι
Με όλα τα δόντια φαγωμένα απ’τη μετάνοια
Να περπατώ μέσα στον κόσμο και να σκιάζομαι
Στο τραπέζι ξεχασμένα βατόμουρα
Σαπίζουν παρασέρνοντας τις μύγες
Απ’τό ξύγγι τους βγαίνει σαπούνι
29.3.06
