¨ειμί δ’εγώ ουδενός, αλλα τύχης¨
Στου μαρασμού σου την υπόγεια διαδρομή
Πάτησα πρόσωπα που άφησες φερμένα
Απ'τον περίπατο στην άναρθρη αγορά
Και της ψυχής σου την αφόρητη αρένα
Δες ένας άνθρωπος εκεί τον τρώνε σκύλοι
Η άρνηση στέρησε την όμορη νεύση
O τόπος έχει από χρόνια στοιχειωθεί
Κι η έγνοια η άμορφη πίστη αντιδρά
Αποθώντας τις ώρες που σύγκορμες κάηκαν
Κι όταν ο ήλιος ανατείλει και ξυπνήσεις
Μέσα στη θάλασσα θα πέσεις ιδρωμένος
Μα θά’ναι αλλιώτικη κι ούτε θα ξέρεις πια κολύμπι
Μόνο το βράχο θα αγγίξεις και θα φύγεις
Ίσως να πιεις λίγο κρασί και να μεθύσεις
Να φας ψωμί όπως εμείς ή ένα ψάρι
Καθώς κοιτάζεις το ηφαίστειο που ησυχάζει
Και το ανθισμένο της το πρόσωπο
Την αφασία της μόνιμης πλάνης
Ένα κουβάρι ανηγμένα χρώματα
Βλέπεις τον ίδιο ουρανό την ίδια άμμο
Μα δεν υπάρχει πια επιστροφή
Ανταμοιβή ζητούν τα όστρακα σκιές
Πες τες ο φόβος σου σε τρέφει και σε φτύνει
TO ΞΥΛΙΝΟ ΣΙΔΕΡΟ
11.8.05
Στου μαρασμού σου την υπόγεια διαδρομή
Πάτησα πρόσωπα που άφησες φερμένα
Απ'τον περίπατο στην άναρθρη αγορά
Και της ψυχής σου την αφόρητη αρένα
Δες ένας άνθρωπος εκεί τον τρώνε σκύλοι
Η άρνηση στέρησε την όμορη νεύση
O τόπος έχει από χρόνια στοιχειωθεί
Κι η έγνοια η άμορφη πίστη αντιδρά
Αποθώντας τις ώρες που σύγκορμες κάηκαν
Κι όταν ο ήλιος ανατείλει και ξυπνήσεις
Μέσα στη θάλασσα θα πέσεις ιδρωμένος
Μα θά’ναι αλλιώτικη κι ούτε θα ξέρεις πια κολύμπι
Μόνο το βράχο θα αγγίξεις και θα φύγεις
Ίσως να πιεις λίγο κρασί και να μεθύσεις
Να φας ψωμί όπως εμείς ή ένα ψάρι
Καθώς κοιτάζεις το ηφαίστειο που ησυχάζει
Και το ανθισμένο της το πρόσωπο
Την αφασία της μόνιμης πλάνης
Ένα κουβάρι ανηγμένα χρώματα
Βλέπεις τον ίδιο ουρανό την ίδια άμμο
Μα δεν υπάρχει πια επιστροφή
Ανταμοιβή ζητούν τα όστρακα σκιές
Πες τες ο φόβος σου σε τρέφει και σε φτύνει
TO ΞΥΛΙΝΟ ΣΙΔΕΡΟ
11.8.05
